Η νέα «αυστηρή» μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης της Ν.Δ.

 

Η νέα «αυστηρή» μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης της Ν.Δ.

 

Του Άρη Πετράκη

5-10-2025

 

            Το να κάνει κανείς διακοπές στις αρχές Οκτωβρίου του 2025 σε νησί του ανατολικού Αιγαίου, απέναντι από τα παράλια της Μ. Ασίας, μπορεί να αποβεί αποκαλυπτικό για τα αποτελέσματα που έχει η νέα «αυστηρή» μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης της Ν.Δ. με πρωτεργάτη τον Υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνο Πλεύρη, διάδοχο του «σκληρού» Μάκη Βορίδη, διαδόχου του «ημίσκληρου» Νίκου Παναγιωτόπουλου, διαδόχου του «μαλακού» Δημήτρη Καιρίδη…

             Φτάνοντας, λοιπόν, απόγευμα σε μία προσβάσιμη στο κοινό - αν και όχι τόσο τουριστική - παραλία αντικρίζω μία μαύρη φουσκωτή βάρκα αρκετά μεγάλη σε μέγεθος, που έχει αφεθεί εκεί που σκάει το κύμα. Γύρω της είναι πεταμένα σωσίβια, σαμπρέλες, τρόμπες, σακίδια, ρούχα και παπούτσια. Δεν γνωρίζω πόσο καιρό είναι εκεί η βάρκα γιατί είναι η πρώτη φορά που επισκέπτομαι την παραλία. Από το μέγεθός της και από το πλήθος των σωσιβίων και σαμπρελών, που βρίσκονται διάσπαρτα γύρω της, υπολογίζω ότι αυτή μετέφερε πάνω από 25 άτομα. Ξυπνάει μέσα μου ο Ηρακλής Πουαρώ και αποφασίζω να εξερευνήσω λίγο παραπάνω το «ναυάγιο». Προς απόδειξη όσων είδα, τράβηξα αρκετές φωτογραφίες με υδατογράφημα (ημερομηνία και ώρα), που συνοδεύουν το παρόν άρθρο.

  

                Πλησιάζοντας τη βάρκα βρίσκω το πράσινο εξώφυλλο ενός σκισμένου διαβατηρίου Γουινέας, αν βέβαια δεν είναι πλαστό. Επίσης, βρίσκω σκισμένα φύλλα άλλων διαβατηρίων, στα οποία φαίνεται ο διάτρητος αριθμός τους και γαλλικές λέξεις, αλλά είναι δύσκολο να καταλάβω ποιάς χώρας είναι. Πιθανολογώ ότι είναι από γαλλόφωνες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής. Τα σωσίβια-γιλέκο έχουν έναν καρχαρία ως λογότυπο. Είναι μαύρα και όχι πορτοκαλί ή κίτρινα διότι σκοπός αυτών που τα φορούν είναι να φτάσουν μέχρι την ακτή χωρίς να εντοπιστούν. Οι σαμπρέλες είναι για λάστιχα αυτοκινήτων κατασκευασμένες στην Ινδία και στην Κίνα και σ’ αυτές αναγράφονται διάφορες πληροφορίες, μεταξύ των οποίων τα ονόματα των εταιριών που τις κατασκεύασαν.

   

                 Στο πευκόδασος πίσω από την παραλία υπάρχουν διάσπαρτα αρκετά μαύρα σωσίβια-γιλέκο. Εκεί αποφάσισαν να τα βγάλουν οι επιβάτες της βάρκας αφού πρώτα έτρεξαν να κρυφτούν στο δάσος και όχι να παραδοθούν στις ελληνικές Αρχές ή στην FRONTEX, ώστε να αιτηθούν στη συνέχεια άσυλο, όπως συνηθιζόταν μέχρι πρόσφατα. Το περίεργο της όλης υπόθεσης είναι ότι σε δύο πεύκα έχουν κρεμάσει δύο κοτσίδες από συνθετικό μαλλί (τα γνωστά και ως extension) και στο έδαφος βρίσκεται πεταμένη η νάιλον συσκευασία τους, που περιλαμβάνει τoν λογαριασμό στο Facebook του κατασκευαστή από το Καμερούν (Anna Cameroon). Αυτή είναι μία ακόμα ένδειξη ότι στη βάρκα επέβαιναν γυναίκες από την υποσαχάρια Αφρική, πιθανώς από το Καμερούν.

 

             Αμέσως θυμήθηκα την παροιμία «Εδώ ο κόσμος καίγεται και το μ… χτενίζεται». Υποτίθεται ότι μέσω της Τουρκίας εισέρχονται λάθρα στην Ελλάδα άνθρωποι κατατρεγμένοι, που έφυγαν κυνηγημένοι από περιοχές όπου υπάρχει πόλεμος για να σώσουν τη ζωή τους, που κινδυνεύει η ζωή τους αν επιστρέψουν στη χώρα τους και λοιπά όμοια. Κι ενώ έτρεχαν να σωθούν, ίσα που πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους τα extension για να μην τις πουν και άσχημες εκεί που θα φτάσουν. Φτάνοντας στην ακτή, ολοκληρώνοντας την «απόβαση», είπαν να το γιορτάσουν λίγο περιποιούμενες την κώμη τους. Δεν ξέρω αν άλλαξαν extension και άφησαν στα δέντρα τα παλιά ψεύτικα μαλλιά ή αν απλά τα δοκίμασαν, δεν τους άρεσαν και τα κρέμασαν στα δέντρα μήπως τα χρησιμοποιήσουν οι επόμενες.

               Ψάχνοντας στις τοπικές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες δεν βρήκα κάποια πρόσφατη είδηση περί «ναυαγίου» και «διάσωσης προσφύγων» στη συγκεκριμένη παραλία. Είναι πολύ πιθανό οι αποβιβασθέντες να μην εμφανίστηκαν στις αρχές για να αιτηθούν άσυλο, ίσως γιατί έχουν πληροφορηθεί ότι ο Θάνος Πλεύρης θα τους βάλει σε κλειστές δομές και δεν θα εξετάσει το αίτημά τους για άσυλο για κάποιους μήνες, δηλαδή μέχρι να αλλάξει γνώμη και να το εξετάσει. Για απέλαση βέβαια ούτε λόγος. Έχει ακούσει κανείς τα τελευταία χρόνια για απελάσεις λαθρομεταναστών στο Καμερούν, τη Γουινέα και άλλα κράτη της Αφρικής;

Με αφορμή την «ανακάλυψη» της βάρκας ανακύπτουν διάφορα ζητήματα:

α) Τις προηγούμενες ημέρες, από 26-9-2025 έως 3-10-2025, διεξήχθη σε ολόκληρη την περιοχή ευθύνης του Αρχηγού Γ.Ε.ΕΘ.Α. - επομένως και στο ανατολικό Αιγαίο - η Εθνική Διακλαδική Άσκηση μεγάλης κλίμακας «ΠΑΡΜΕΝΙΩΝ-25»[1]. Αν η φουσκωτή βάρκα κατάφερε να διασχίσει τη θάλασσα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που υπήρχε αυξημένη δραστηριότητα και επιφυλακή των Ενόπλων Δυνάμεων, τότε κάτι δεν γίνεται σωστά.

β) Το ότι αυξήθηκαν οι ροές λαθρομεταναστών από τις ακτές της Λιβύης προς την Κρήτη και τη Γαύδο και στράφηκαν εκεί τα φώτα της δημοσιότητας δεν σημαίνει ότι σταμάτησαν οι ροές από την Τουρκία προς τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Αυτό που ίσως άλλαξε είναι ότι οι λαθρομετανάστες κρύβονται αντί να εμφανιστούν στις Αρχές για να ζητήσουν άσυλο.

γ) Οι αποφάσεις και διακηρύξεις της κυβέρνησης της Ν.Δ. περί αυστηροποίησης της μεταναστευτικής πολιτικής φαίνεται ότι δεν πτοούν τους λαθρομετανάστες. Αυτοί συνεχίζουν να εισέρχονται παράνομα στη χώρα και διόλου ενδιαφέρονται αν θα αναγνωριστούν ως πρόσφυγες ή αν θα νομιμοποιηθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι πιθανότατα θα παραμείνουν για πολλά χρόνια, ακόμα και χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, στην Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην Ευρώπη διότι η πιθανότητα να απελαθούν είναι απειροελάχιστη. Ακόμα κι αν κρατηθούν σε κλειστές δομές κάποια στιγμή θα απελευθερωθούν διότι πίσω τους έρχονται ορδές Αφροασιατών και τα κλειστά κέντρα έχουν πεπερασμένη χωρητικότητα. Ακόμα κι αν εκτίσουν ποινή φυλάκισης, κάποια στιγμή θα αποφυλακιστούν και το πιθανότερο είναι ότι θα παραμείνουν στη χώρα.

δ) Η κυβέρνηση της Ν.Δ., όπως και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, θα «καταπολεμήσει» τη λαθρομετανάστευση λογιστικά και όχι ουσιαστικά. Δεν θα σφραγίσει τα σύνορα ούτε θα απελάσει όσους πρέπει. Μπορεί να τα σφραγίζει περιστασιακά και να απελαύνει ελάχιστους, αλλά ο απόλυτος αριθμός των λαθρομεταναστών θα συνεχίσει να αυξάνεται. Για να αποκρύπτει αυτό το γεγονός, η κυβέρνηση θα αλλάζει το νομικό καθεστώς των λαθρομεταναστών, ώστε να μειώνεται πλασματικά ο αριθμός τους. Αυτό θα γίνεται με τη νομιμοποίησή τους με διάφορους νόμους (από λαθρομετανάστες θα γίνουν νόμιμοι μετανάστες), με την απόδοση ασύλου (από λαθρομετανάστες θα γίνουν πρόσφυγες) και με την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας (από λαθρομετανάστες θα γίνουν Έλληνες πολίτες). Ειδικά η τρίτη περίπτωση νομιμοποίησης λαθρομεταναστών, μέσω της απόδοσης της ελληνικής ιθαγένειας, αποτελεί στόχο της κυβέρνησης και για την επίτευξή του θα δοθούν κίνητρα στους δημοσίους υπαλλήλους. Αυτό προκύπτει από δημοσιεύματα[2], σύμφωνα με τα οποία: i) Εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο η κατανομή για τον κύκλο ανταμοιβής των δημοσίων υπαλλήλων 2025, ii) Το σύστημα επιβράβευσης και κινήτρων για τους δημοσίους υπαλλήλους εδράζεται στην επίτευξη στρατηγικών στόχων, οι οποίοι έχουν τεθεί ως προς τις προτεραιότητες του κυβερνητικού έργου, και iii) Τομείς της δημόσιας πολιτικής που καλύπτουν τα προτεινόμενα προς ανταμοιβή έργα/στόχοι είναι, μεταξύ άλλων, «η αποτελεσματική διαχείριση μεταναστευτικών ροών» και «η απλούστευση της διαδικασίας κτήσης ιθαγένειας». Με δεδομένο ότι οι Έλληνες στην καταγωγή (π.χ. τέκνα ομογενών που γεννήθηκαν και διαμένουν στο εξωτερικό) λαμβάνουν - ορθώς -  πολύ εύκολα την ελληνική ιθαγένεια, είναι προφανές ότι η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο την απλούστευση της απόδοσης της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλογενείς αλλοδαπούς.

            Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι, όσο και να αυστηροποιεί τη μεταναστευτική της πολίτικη, ουδεμία κυβέρνηση του λεγόμενου συνταγματικού τόξου θα σταματήσει τη λαθρομετανάστευση. Μπορεί πρόσκαιρα να μειώνει τις ροές των λαθρομεταναστών, ειδικά όταν υπάρχουν αντιδράσεις των πολιτών (π.χ. εν όψει εκλογών) ή σχετική εντολή από υπερεθνικά κέντρα αποφάσεων, αλλά η μεγάλη εικόνα παραμένει η μαζική μετακίνηση πληθυσμών από την Ασία και την Αφρική προς την Ευρώπη, η λεγόμενη και αντικατάσταση πληθυσμών ή «Μεγάλη Αντικατάσταση». Τη λύση μπορούν να δώσουν μόνο Εθνικές Κυβερνήσεις στην Ελλάδα και τα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης και γενικότερα της Δύσης.   

[1] https://geetha.mil.gr/askisi-parmenion-25/

[2] https://www.diorismos.gr/agora-ergasias/36174/egkrithikan-19489-proslipseis-sto-dimosio-deite-toys-tomeis

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας. 

Προβληματισμοί περί Πολιτεύματος

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ: Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ ΚΥΒΕΡΝΟΜΕΝΟΥ ΩΣ ΑΡΕΤΗ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ
 
Γράφει ο Γ. Σαγιάς
1/10/2025
 
Δεν είναι ορθός δρόμος να υπηρετεί ο πολίτης το πολίτευμα αλλά το πολίτευμα τον πολίτη.
Ο πολίτης έχει υποχρέωση και δικαίωμα, δικαίωμα και υποχρέωση να αναζητά το καλύτερο για το έθνος του -και άρα και γι' αυτόν- πολίτευμα.
Είναι σαθρό το επιχείρημα πως τα Συντάγματα απαγορεύουν την αλλαγή πολιτεύματος -το οποίο ορίστηκε κάποια στιγμή στον χωροχρόνο- διότι αυτό σημαίνει ότι όλα τα προηγούμενα ήταν υποδεέστερα αλλά και όλα τα επόμενα που ενδεχομένως συλλάβει ο νους του ανθρώπου θα είναι υποδεέστερα. Μεθερμηνευόμενον: φανατισμός και προφητεία σε ένα αντεπιστημονικό μείγμα, ασφαλισμένο με νομικό περιτύλιγμα και επιθετική βία σε όλους όσοι το αμφισβητούν.
Εξ άλλου, σημασία θα έπρεπε να έχει το περιεχόμενο και ο τρόπος εφαρμογής και όχι το όνομα κάθε πολιτεύματος. Διότι, αν δεχθούμε το αντίθετο, ποια απάντηση δύναται να δοθεί όταν, για παράδειγμα, κάποια δημοκρατία και η πραγματικότητά της (το περιεχόμενό της στην πράξη) οδηγεί στην εξαφάνιση ενός έθνους, στην μετατροπή μιας πατρίδας σε χώρο, στην εξαφάνιση της οργανικής συλλογικής κοινότητας -που έχει κατά το μάλλον γενική βούληση και ενιαία στόχευση-, όταν ίσως μια άλλη μορφή πολιτεύματος με παρεμφερή ή και άλλη ονομασία εγγυάται στην πράξη έθνος ανεξάρτητο και δυνατό και λαό ομοιογενή και ομότροπο, με συνείδηση ιστορίας και κοινού οράματος, ευτυχή και δημιουργικό;
Στην λεγόμενη "λαϊκή κυριαρχία", η οποία εκφράζεται μέσω εκλογών, είναι θεωρητικά αποδεκτό και πρακτικά εφικτό να εκλέγεται ο καλύτερος; Διότι, εάν αυτό είναι αποδεκτό και εφικτό, τότε ο άριστος θα μπορούσε δυνητικά να νομοθετήσει μέσω των αρμοδίων οργάνων αλλά και να οργανώσει έτσι τους θεσμούς και τις κρατικές δομές ώστε να μπορεί να επιλέγει τους κατά τομέα, θέμα και ειδικότητα καλλίστους, τους θεωρουμένους ως ειδικούς, γνώστες, αρμοδίους. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί και ως αξιοκρατία, η οποία πηγάζει από την λαϊκή κυριαρχία. Αλλά το ερώτημα παραμένει: Είναι θεωρητικά αποδεκτό και πρακτικά εφικτό ότι μέσω εκλογών
εκλέγεται ο καλύτερος;
Εάν όχι, πολλά ερωτήματα προκύπτουν. Ένα βασικό και πρωτεύον είναι το εξής: Ποιο πολίτευμα και μέσω ποιας διαδικασίας μπορεί να οδηγήσει στην καλύτερη διακυβέρνηση για το έθνος και τον λαό; Η διαδικασία αυτή, θα είναι συμβατή με την λαϊκή κυριαρχία ή ακυρωτική αυτής; Η λαϊκή κυριαρχία γιατί πρέπει να θεωρείται πανάκεια; Όμως, αν όχι κυβερνήτης μέσω της έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, τότε πώς, ποιοι και με ποιες δικλείδες ασφαλείας; Σε κάθε περίπτωση, εμφανίζεται ξανά στο προσκήνιο η υφέρπουσα σύγκρουση για το αν η πολιτική έχει την πρωτοκαθεδρία ή η οικονομία και για εάν προτάσσεται το κοινό καλό έναντι τού ατομικού καλού. Πεποίθηση των εθνικώς κινουμένων είναι πως η πολιτική προηγείται της οικονομίας, το συλλογικό προηγείται τού ατομικού, το έθνος που απαρτίζεται από ενεργούς πολίτες ευρισκομένους σε οργανική σύνδεση μέσα στο συλλογικό προηγείται τού κράτους που απαρτίζεται από άτομα κάποιας "κοινωνίας των πολιτών" -ασύνδετες καταναλωτικές μονάδες μέσα σε μια παγκοσμιοποιημένη ομογενοποιημένη μάζα.
Η διασαφήνιση των διαδικασιών μέσω των οποίων θα μπορούσαν να εκλέγονται από το πλήθος και να διοικούν οι άριστοι και εξ αυτών να ηγείται ο ένας, είναι ένα όντως ζητούμενο.
 
Στο ιδανικό πολίτευμα, το να ταυτίζεται ο κυβερνήτης με τον κυβερνώμενο, είναι αρετή τού κυβερνήτη. Μία από τις παραμέτρους μιας τέτοιας στάσεως είναι η απεμπόληση προνομίων βάσει τής θεωρήσεως ότι σαφώς υπερέχει αυτών το χρέος και το καθήκον απέναντι στο έθνος. Όσα προνόμια τυχόν απομείνουν, να ασκούνται αποκλειστικά για το εθνικό κοινό καλό ως αντίδωρο τής ηλεκτρικής καρέκλας τού κυβερνήτη που του προσφέρθηκε.
Να ταυτίζεται ο κυβερνώμενος με τον κυβερνήτη, είναι δυσκόλως επιτεύξιμος στόχος και εν πολλοίς εξαρτάται από την εθνική συνείδηση, την πρόταξη τού καθήκοντος έναντι τού δικαιωματισμού, την προς τούτα διαπαιδαγώγηση αλλά και το αποδεδειγμένο ήθος τού κυβερνήτη, το οποίο δημιουργεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Το να θέλει ο λαός να συμμετέχει στο εθνικό όραμα που έχει συνδιαμορφώσει μέσω διαδικασιών ελεύθερης συμμετοχικότητας και χειραφετημένης συνειδητότητας, μπορεί να οδηγήσει σε μετουσίωση τού απρόσωπου κράτους σε κράτος υπέρ έθνους και υπέρ πολίτη τού έθνους. Ουσιαστικά πρόκειται για ανταπόκριση σε προσκλητήριο για την πραγμάτωση των ιδεωδών τής αυτοτελειώσεως και της υπερβάσεως υπέρ έθνους.
Θα μπορούσε να ειπωθεί πως τα ανωτέρω είναι εξαιρέσεις τού κανόνα. Ίσως... Όμως και ο ήρωας, ο αλτρουιστής, ο ανυστερόβουλος, ο ασκητής, τάχα δεν είναι εξαιρέσεις; Ναι, οι εξαιρέσεις είναι μειοψηφία, όμως είναι ικανές να κάνουν την διαφορά. "Εις εμοί μύριοι εάν άριστος ει". Η ποιότητα δεν είναι συνάρτηση τής ποσότητας, οι ποσοτικά λιγότεροι αλλά ποιοτικά καλύτεροι είναι δίκαιο και λογικό να ηγούνται. Η μάζα κινείται από τον χαρισματικόν ένα αλλά ο χαρισματικός ένας είναι δυνατόν να συνθλιβεί από την ποδηγετημένη υπό δημαγωγών μάζα. Ο ένας, ο άριστος, δεν είναι εύκολο να προέλθει από τον αριθμοποιημένο μαζάνθρωπο του πλήθους, ο οποίος έχει συνηθίσει να άγεται και φέρεται κυρίως συμφεροντολογικά, χρησιμοθηρικά, υποταγμένος στην ανάγκη και σε χαμηλά ένστικτα. Ο άριστος είναι ευκολότερο να προκύψει από μια συνειδητοποιημένη οργανική κοινωνία, από έναν λαό με ιστορική συνείδηση και διατυπωμένη εθνική προοπτική, ακόμη ευκολότερα να προκύψει από ένα έθνος. Η δυσκολία όμως είναι πολύ μεγάλη όταν δεν υπάρχουν τα ανωτέρω και πρέπει να αρθεί μόνος εναντίον όλων στο ύψος των περιστάσεων και να γίνει αυτός ο κινών τα νήματα για να υπάρχει λαός και έθνος, να γίνει αυτός ο αποφασίζων, ο οδηγητής, ο ηγέτης. Εν άλλαις λέξεσι, η πολιτική καθορίζει τα πάντα. Βουλησιοκρατία και βελτιοδοξία μπορούν να οδηγήσουν στην ευτοπία.
 
Γεώργιος Σαγιάς
 
Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

Περί Δημοκρατίας

 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τάταρης

03/07/2025

 

Περί Δημοκρατίας

«Μια δημοκρατία που δεν θα θεμελιωνόταν ούτε σε αναφορά προς το άτομο δίχως εντάξεις, ούτε στην «ανθρωπότητα», αλλά σε αναφορά προς τον λαό νοούμενον ως σαν έναν οργανισμό συλλογικό και προνομιούχο πρωταγωνιστή κάθε ιστορικού πεπρωμένου θα μπορούσε ν’ αποκληθεί οργανική δημοκρατία. Θα εγγραφόταν στη λογική συνέχεια της ελληνικής δημοκρατίας, καθώς και σ’ ένα ρεύμα σκέψεως που τοποθετεί στο κέντρο του κοινωνικού και πολιτικού βίου έννοιες όπως η συμπληρωματικότητα, η αρμονία των αντιθέτων, η αναλογία, η γεωμετρία των αναλογιών, η διαλεκτική της εξουσίας και της συγκατάθεσης, η ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων, η συμμετοχή και η αμοιβαία ταύτιση κυβερνώντων και κυβερνωμένων».

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΕΝΟΥΑ

«Δημοκρατία είναι η συμμετοχή ενός λαού στο πεπρωμένο του. Αυτό που κάνει τη δημοκρατία δεν είναι η μορφή του Κράτους, αλλά η συμμετοχή του λαού στο Κράτος».

ΜΑΙΛΛΕΡ ΒΑΝ ΝΤΕ ΜΠΡΟΥΚ

«Σημάδια της ευγένειας: ποτέ να μη διανοούμαστε να  υποβαθμίζουμε τα καθήκοντά μας σε καθήκοντα για τον καθένα΄ να μη θέλουμε να αποποιούμαστε ή να μοιραζόμαστε τις ευθύνες μας΄ να κατατάσσουμε τα προνόμιά μας και την άσκησή τους στα καθήκοντά μας».

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ: «ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ  ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ» (Ένατο μέρος: Τι είναι ευγενές;)

  Η δημοκρατία δέχθηκε ανελέητη κριτική από τα πιο γοητευτικά κι ενδιαφέροντα πνεύματα, τους ριζοσπάστες τόσο της λεγόμενης Δεξιάς (Ιούλιος Έβολα, «το ανώτερο δεν προέρχεται από το κατώτερο» και «η ποιότητα δεν προκύπτει από την ποσότητα»), όσο και της λεγόμενης Αριστεράς (στους τελευταίους συγκαταλέγω τον Προυντόν και, κυρίως, τους εκπροσώπους της γαλλικής επαναστατικής συνδικαλιστικής σκέψης της περιόδου 1896-1914 με κορυφαίο τον Ζωρζ Σορέλ και τα μνημειώδη έργα του, «Σκέψεις πάνω στη Βία» και «Οι Ψευδαισθήσεις της Προόδου»). Από διαφορετική αφετηρία εκκινούντες, τόσο οι μεν όσο και οι δε, κατέληξαν στα ίδια, λίγο πολύ, συμπεράσματα: δημοκρατία είναι η βασιλεία της ποσότητας πάνω στην ποιότητα, ο καταθλιπτικός «νόμος του αριθμού» που πνίγει τις εξαιρέσεις, τον ήρωα, τον ασκητή, τον αληθινό αριστοκράτη (στη σκέψη της Δεξιάς) ή τον επαναστάτη (στη σκέψη της Αριστεράς), το αγελαίο πλήθος,  αιώνιο θύμα  των δημαγωγών,   η μετριοκρατία, η χρησιμοθηρική, ωφελιμιστική λογική του κυβερνώμενου που νομιμοποιεί κυβερνώντες, που με τη σειρά τους διαχειρίζονται  τους εντολείς τους, όπως ο ταχυδακτυλουργός και ο μάγος του τσίρκου τους θεατές του.

  Οι υπερασπιστές της δημοκρατίας από την πλευρά τους προβάλλουν, συνήθως, επιχειρήματα όχι ιδιαίτερα πειστικά : ναι μεν, η δημοκρατία έχει τις υπερβολές και τις ατέλειές της αλλά παραμένει το «καλύτερο από τα χειρότερα πολιτεύματα» (ο «κλασικός» ορισμός του Γουΐνστον  Τσώρτσιλ) και, σε κάθε περίπτωση, είναι η εγγύηση για τις ατομικές ελευθερίες μας κι ασπίδα απέναντι στον δεσποτισμό. Μόνο που ο δεσποτισμός μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρίζει και ένα δημοκρατικά νομιμοποιημένο (με εκλογές) καθεστώς, η περίπτωση της  σημερινής - και όχι μόνο - Τουρκίας αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά πέραν των χωρών που ως όχι πλήρως δυτικές, παρουσιάζουν δημοκρατικό έλλειμμα ως προς «το κράτος δικαίου», βλέπουμε τι συμβαίνει και στην Εσπερία, πιο  συγκεκριμένα στην «ορθόδοξα δημοκρατική» Ευρωπαϊκή Ένωση: στη Ρουμανία, στη Γαλλία, όπου οι επικρατέστεροι, μη αρεστοί στις υπάρχουσες ελίτ υποψήφιοι, αποκλείονται με συνοπτικές διαδικασίες, στη Γερμανία όπου το δεύτερο σε εκλογική δύναμη και σύμφωνα με δημοσκοπήσεις σήμερα  πρώτο κόμμα, γίνεται προσπάθεια να βγει εκτός παιχνιδιού ως «εξτρεμιστικό». Η αστική δημοκρατία εξελίσσεται σε μια «μετα-δημοκρατία» που δεν έχει κανένα πρόβλημα, όταν η αμφισβήτηση των ελίτ της το επιτάσσει, να αυτοπροστατευτεί με όρους «Δημοκρατορίας», δηλαδή με φέροντα δημοκρατικό επίχρισμα αυταρχισμό. Ως προς τις ατομικές ελευθερίες μας ο χειρισμός της πρόσφατης πανδημίας δεν αφήνει και πολλά  περιθώρια για να καταλάβουμε πόσο εύκολα μπορούν να περιοριστούν ή και να αναιρεθούν.

   Άλλωστε, οι επαναστάσεις (αμερικανική, γαλλική) που δημιούργησαν την αστική δημοκρατία τη θεμελιωμένη στον «Διαφωτισμό» και ως υπαρκτικό λόγο αναφοράς είχαν «τα αναπαλλοτρίωτα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου» (όπως ο εθνικοσοσιαλισμός τη Φυλή, ο φασισμός το Κράτος, ο κομμουνισμός την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης), δε δίστασαν να δράσουν κατά παράβαση του αξιακού - και όχι απλά ιδεολογικού- θεμελίου τους ΄ τα «αναπαλλοτρίωτα φυσικά δικαιώματα» δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν στην περίοδο της Τρομοκρατίας ούτε στη γενοκτονία του λαού της Βανδέας στην περίπτωση της γαλλικής επανάστασης, η δε αμερικανική μπορεί να μην κατέφυγε στην Τρομοκρατία, διότι πολύ απλά δεν υπήρχε μια γηγενής αριστοκρατία προς εξάλειψη, αλλά ούτε στην περίπτωσή της τα «αναπαλλοτρίωτα φυσικά δικαιώματα» λειτούργησαν ανασταλτικά ως προς τη διάπραξη της γενοκτονίας των ιθαγενών Αμερικανών.

 Ο  ορισμός, επίσης, του Τσώρτσιλ δεν μάς - δεν πρέπει να μάς- ικανοποιεί: Ως πολίτες έχουμε την αξίωση να ζήσουμε στο καλύτερο δυνατό πολίτευμα και να μην αρκούμαστε στο «καλύτερο από τα  χειρότερα»- «το λιγότερο κακό» δεν είναι το δικό μας ζητούμενο.

  Ο Γάλλος πολιτικός φιλόσοφος Αλαίν ντε Μπενουά, που υπερασπίζεται τη δημοκρατία, δίνοντάς της όμως ένα τελείως διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο της αστικής, απαντώντας στην αντιδημοκρατική - εν πολλοίς σωστή -κριτική έθεσε τα πράγματα σε άλλη βάση: παρατηρεί ότι  μεγάλο  μέρος της κριτικής απέναντι στη δημοκρατία μπορεί να διατυπωθεί και για άλλα καθεστώτα: διότι  όλα τα καθεστώτα, δημοκρατικά και μη, στηρίζονται «σε  μόνιμα γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης», δηλ. της πτωτικής φύσης του ανθρώπου που δικαιολογεί και την , ως προς την αφελή αισιοδοξία για συνεχή «πρόοδο» του Διαφωτισμού, απαισιοδοξία του Συντηρητισμού – του αληθινού Συντηρητισμού, εννοείται, όχι του εργαλειοποιημένου από τον φιλελευθερισμό, όπως συμβαίνει στο Θατσερικό υπόδειγμα. Με δεδομένη την ανθρώπινη φύση, το ερώτημα δεν είναι αν η εύκολη λύση είναι  αντιδημοκρατική, αλλά το εάν η αστική δημοκρατία, η θεραπαινίδα του φιλελευθερισμού, είναι η μόνη δυνατή μορφή δημοκρατίας .

  Μια ακόμα αντιδημοκρατική στον πυρήνα της κριτική - τελευταία όμως προβάλλεται και από εκπροσώπους των συστημικών «δημοκρατικών» κομμάτων, που ομνύουν στη «λαϊκή κυριαρχία», αλλά χαρακτηρίζουν ως «λαϊκισμό» ό,τι δεν βολεύει το δικό τους αφήγημα- είναι η επίκληση της «αρμοδιότητας».

  Οι πολλοί που ψηφίζουν «δεν γνωρίζουν» και αναδεικνύουν πολιτικούς που, επίσης, «δεν γνωρίζουν». Δεν είναι «τεχνικά καταρτισμένοι», επομένως πως μπορούν να έχουν θέση (οι ψηφοφόροι) και πως μπορούν αποτελεσματικά να κυβερνήσουν (οι πολιτικοί); Πρέπει με τις όποιες πολιτικές διαδικασίες να αναδεικνύονται οι «γνώστες», δηλ. οι «ειδικοί» και για να μιλάμε πιο συγκεκριμένα, οι τεχνοκράτες. Πρόκειται για θέση που είναι και φαιδρή και επικίνδυνη ,διότι η λογική της κατάληξη οδηγεί στην πιο απεχθή μορφή αυταρχικής διακυβέρνησης : στη τεχνοφεουδαρχία.

   Το πρόβλημα είναι ότι αγνοείται η φύση της πολιτικής και, βεβαίως, του πολιτικού υποκειμένου, κοινός τόπος τόσο των αστοδημοκρατών όσο και των σύγχρονων αντιδημοκρατών, που, προφανώς, δεν έχουν το βάθος σκέψης ενός, ας πούμε, Έβολα ή Μωράς: Πολιτική, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω, σημαίνει η από την πλευρά του πολίτη ένταξη και συμμετοχή σε μια πολιτική κοινότητα, προϋπόθεση της οποίας είναι ένας λαός και όχι πληθυσμός, ούτε οι «μάζες», ούτε τα παγκοσμιοποιημένα «πλήθη» του Νέγκρι («Αυτοκρατορία»), με ταυτότητα και αίσθηση πεπρωμένου («Δημοκρατία είναι η συμμετοχή ενός λαού στο πεπρωμένο του») και από την πλευρά του πολιτικού δεν είναι τόσο η «γνώση», αλλά η ικανότητα να δίνει κατευθύνσεις και να παίρνει αποφάσεις. Ο αληθινός πολιτικός, ως παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε τον Στρατηγό Ντε Γκωλ, δίνει μια κατεύθυνση ιδιαίτερα σε καιρούς συλλογικής απελπισίας, ανοίγει μονοπάτια σε τόπους φαινομενικά αδιάβατους, καθορίζει τους στόχους, αποφασίζει! «Δεν είναι ένας γνώστης, είναι ένας αποφασίζων» (Αλαίν ντε Μπενουά). Να, που το βουλησιοκρατικό στοιχείο είναι συνυφασμένο με την πολιτική λειτουργία. Οι «ειδικοί», «οι αρμόδιοι», οι τεχνοκράτες που τον περιβάλλουν, θα προσφέρουν απλά τα μέσα για την επίτευξη- όχι τον καθορισμό- των στόχων, την υλοποίηση της ήδη ειλημμένης απόφασης. « “Αναρμόδιος” δημόσιος άνδρας δεν είναι εκείνος που έχει λιγοστή γνώση, αλλά εκείνος που δεν ξέρει να διαμορφώσει  μια πολιτική», παρατηρεί ο Αλαίν ντε Μπενουά στην “Υπεράσπιση της δημοκρατίας” και συνεχίζει: «…Από τον λειτουργικό ρόλο των ειδικών οδηγούμεθα έτσι γρήγορα να νομιμοποιούμε μια τεχνοκρατία. Με το πρόσχημα ότι η αυξανόμενη περιπλοκότητα των δημοσίων υποθέσεων θέτει τους πολιτικούς σε αναγκαία εξάρτηση από “εκείνους που ξέρουν”,  ο λαός βλέπει να του αφαιρούν την κυριαρχία του, ενώ ταυτοχρόνως η ίδια η έννοια της πολιτικής εξανεμίζεται σαν καπνός…»

  «Η έννοια της πολιτικής εξανεμίζεται σαν καπνός…», η πολιτική προ πολλού έχει χάσει όχι μόνο την αυτονομία και την απαραίτητη πρωτοκαθεδρία , αλλά και την ουσία της,  το περιεχόμενό της γίνεται πλέον αντιληπτό ως δάνειο από άλλες , υποδεέστερες λειτουργίες: την  αναδυόμενη τεχνοφεουδαρχία, την πολυδιαφημιζόμενη «κοινωνία των πολιτών» των δίχως συλλογική αναφορά και ουσιαστικές εντάξεις ατόμων, την οικονομία που αποτελεί διαχρονικό γνώρισμα του αστισμού ήδη από τις απαρχές της νεωτερικότητας, πριν ακόμα φθάσουμε στα υβρίδια του μεταμοντερνισμού και στα «αυτονόητα» της μετανεωτερικότητας.

   Το  κρίσιμο ερώτημα παραμένει: η πολιτική προηγείται της οικονομίας και την καθορίζει ή το αντίστροφο ; Στις αστικές δημοκρατίες  μας ισχύει το αντίστροφο, στις όποιες και ανταγωνιστικές μεταξύ τους ιδεολογίες της νεωτερικότητας, επίσης. Είναι γνωστό το σχήμα του μαρξισμού περί «βάσης - εποικοδομήματος» (σε μας η πολιτική είναι η βάση και  η οικονομία μέρος, οπωσδήποτε σημαντικό, αλλά μέρος του εποικοδομήματος), είναι γνωστή και η πρωτοκαθεδρία που η φιλελεύθερη δημοκρατία δίνει στο δίχως εντάξεις άτομο, που είναι το αντίθετο του πολίτη, και στο επιχειρείν. Στην αστοδημοκρατική αντίληψη ο επιχειρηματίας δεν είναι απλά απαραίτητος στην παραγωγική διαδικασία, αλλά το κατ’ εξοχήν δρων κοινωνικό υποκείμενο, που με την όλη δράση του διαμορφώνει τόσο το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, όσο και την κοινωνική ηθική (ο προτεσταντισμός και ιδιαίτερα η καλβινική εκδοχή του είναι η φυσική θρησκεία του καπιταλισμού) αλλά και το συλλογικό φαντασιακό (δεν είναι τυχαίο ότι οι διαφήμιση απευθύνεται στον βρεφοποιημένο «πολίτη»). Σε μια οργανική αντίληψη - τη δική μας αντίληψη- το επιχειρείν και, γενικότερα, η οικονομία είναι το στομάχι του συλλογικού οργανισμού. Ποιος μπορεί να υποβαθμίσει τη σημασία του στομαχιού; Αλλά είναι το στομάχι, όχι ο εγκέφαλος και -πολύ περισσότερο- η καρδιά του. Στην αστική δημοκρατία, αντιθέτως, το στομάχι παίρνει τα ηνία.

   Το επιχειρείν  όχι απλά αυτονομείται από την πολιτική και αποκτά την πρωτοκαθεδρία, θέτει τους στόχους και καθορίζει το πλαίσιο, αλλά καθίσταται και η κυρίαρχη αξία και ως εκ τούτου δημιουργός περαιτέρω «αληθειών». Η πολιτική γίνεται αντιληπτή με  όρους επιχείρησης, δανείζεται το περιεχόμενό της από την , αυτονομημένη και σε επίπεδο αξίας, πλέον, οικονομική σφαίρα («Τι άλλο είναι οι πολιτικοί παρά μάνατζερς ;»). Η εμπορική λογική διαχέεται παντού, διαποτίζει τα πάντα, νοηματοδοτεί όχι μόνον την παραγωγική διαδικασία και τον τρόπο που γίνονται οι συναλλαγές αλλά, δίνει επίσης περιεχόμενο στον τρόπο που συνάπτονται οι διαπροσωπικές επαφές και σχέσεις, στη φιλοσοφία της διακυβέρνησης (ο Καρλ Μαρξ χρησιμοποίησε τους πετυχημένους όρους «πραγμοποίηση» και «φετιχισμός του εμπορεύματος»). Όπως προσφυώς επισημαίνει ο Αδριανός Εριγκέλ στο «Κόκκινοι ή νεοφιλελεύθεροι; Η αποδόμηση της μεταμοντέρνας Αριστεράς», ο εξατομικευμένος άνθρωπος της μετανεωτερικότητας αντιλαμβάνεται πλέον τον εαυτό του ως «αυτορρυθμιζόμενη επιχείρηση». Έχει προ πολλού περάσει η εποχή που μιλούσαμε για «οικονομία της αγοράς», η πραγματικότητα που βιώνουμε είναι η «πολιτική κοινωνία της αγοράς». «Η σύγχρονη δημοκρατία συνδέεται άρρηκτα με τη νεωτερικότητα, αλλά μονάχα μέσω του δεσμού της με τον φιλελευθερισμό, ο οποίος τείνει να την υπονομεύει. Η βαθύτερη αιτία της κρίσης είναι η αφύσικη συμμαχία της δημοκρατίας με τον φιλελευθερισμό… Στη φιλελεύθερη κοινωνία η πολιτική κοινότητα, παύοντας να κυβερνά, “γίνεται”, υπό μια αυστηρή έννοια, μια πολιτική κοινωνία της αγοράς. Αυτό δεν σημαίνει μια κοινωνία όπου οι οικονομικές αγορές υπερισχύουν των πολιτικών επιλογών (ή μόνο αυτό, δική μου υποσημείωση), αλλά μια κοινωνία στην οποία η ίδια η πολιτική λειτουργία δανείζεται από την οικονομία το γενικό μοντέλο της αγοράς , κατά τέτοιον τρόπο ώστε η συνολική της μορφή εμφανίζεται ως αποτέλεσμα πρωτοβουλιών και αντιδράσεων διαφόρων δρώντων, μέσα σε μια διαδικασία αυτορρυθμιζόμενης συσσώρευσης. Ακολουθεί μια μεταμόρφωση στη λειτουργία της κυβέρνησης: είναι εκεί μόνον για να παρακολουθεί την τήρηση των κανόνων του παιχνιδιού και να εγγυάται την επιτυχή συνέχιση της διαδικασίας. Η κυβέρνηση από ανθρώπους μετατρέπεται σε διοικητική διαχείριση… Αυτός ο θρίαμβος της οικονομίας επί της πολιτικής ερμηνεύεται από τους φιλελεύθερους ως νίκη της ελευθερίας, ενώ, στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με την αποστέρηση του εαυτού, επειδή μεταφράζεται ως ανικανότητα των συλλογικοτήτων να αναλάβουν τον έλεγχο της ζωής τους…» (Αλαίν ντε Μπενουά, «Η σημερινή κρίση της δημοκρατίας», από το βιβλίο του «Για τη δημοκρατία των πολιτών»). Πρόκειται για την απόλυτη επικράτηση της αντιπολιτικής επανάστασης του οικονομισμού.

  Σ’ αυτό που μάθαμε ν’ αποκαλούμε «δημοκρατία», η πολιτική εξουσία, φορέας της οποίας (πρέπει να) είναι μόνο  το πολιτικό Κράτος, το θεμελιωμένο στην ένταξη και συμμετοχή των πολιτών του, που λειτουργεί ως η θεσμική έκφραση του έθνους  και το υπηρετεί (άλλο είναι το «έθνος-  κράτος» και άλλο  το «εθνικό κράτος»), και που στην κορυφή του βρίσκεται μια ελίτ άξια του ονόματός της, η «μετ’ ευβουλίας πλήθους αριστοκρατία»(Πλάτων), η αριστοκρατία με την επιδοκιμασία του λαού ως «αριστοδημοκρατία» - όπως θα δούμε στη συνέχεια-, αφαιρείται από αυτό και δίδεται «αλλού»: στην «κοινωνία των πολιτών» που είναι τόσο ασαφής και ρευστή όσο βολεύει τους «διαμορφωτές γνώμης», στα αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα, στους «ειδικούς». Το Κράτος χάνει την (πολιτική) ουσία του και γίνεται ένας βολικός νυχτοφύλακας και λέω «βολικός» διότι ούτε καν την ασφάλεια των πολιτών του είναι σε θέσει να προστατεύσει αποτελεσματικά παρά μόνο τα συμφέροντα  της άρχουσας τάξης, επικαλείται «γενικές αρχές» που όσο εύκολα διακηρύσσονται το ίδιο εύκολα αποσιωπώνται ή σιωπηρά ανατρέπονται, διότι είναι  κενές ουσιαστικού περιεχομένου, μετατρέπεται σε διαχειριστή,  τοποτηρητή ή διαιτητή συμφερόντων.

   Η πλήρης επικράτηση  της αντιπολιτικής επανάστασης του οικονομισμού δεν είναι παρά παράγωγο της ευρύτερης κοσμοθεωρίας του φιλελευθερισμού: στο κέντρο του δεν βρίσκεται  ο πολίτης αλλά το δίχως εντάξεις πλήρως αυτονομημένο άτομο, αυτονομημένο από κάθε συλλογικό προσδιορισμό- αυτό το άτομο είναι το αντίθετο του πολίτη που προϋποθέτει ακριβώς μια οργανική ένταξη στη συλλογική ύπαρξη του λαού, νοούμενη ως εθνο-ιστορική ενότητα που ολοκληρώνεται σε μια πολιτική κοινότητα, σύμφωνα με την αριστοτελική πολιτική θέση ότι «ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό» - συνεπώς και πολιτικό.  Δημοκρατία και φιλελευθερισμός όχι μόνο δεν είναι συνώνυμα - όπως μας έχουν μάθει να πιστεύουμε- αλλά συνιστούν αντίθετες και ανταγωνιστικές μεταξύ τους έννοιες.

  Το δίχως εντάξεις πλήρως «αυτονομημένο» άτομο, ο θεμέλιος λίθος του φιλελευθερισμού - που στους μεταμοντέρνους καιρούς μας φτάνει σε… άλλες διαστάσεις- δεν θωρεί καθόλου αυτονόητη την ένταξη και συμμετοχή στις πολιτικές διαδικασίες της κοινότητας και κατ’ επέκταση της Πολιτείας του, παρά μόνον όταν διακυβεύονται τα «συμφέροντά» του, όπως το ίδιο τα εννοεί, δηλαδή με όρους ιδιοτελείς. Στη δημοκρατική αντίληψη όμως, και για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι στην ελληνική δημοκρατική αντίληψη όπως τη βλέπουμε στον «Επιτάφιο» του Θουκυδίδη, ένας τέτοιος τύπος ανθρώπου δεν αντιμετωπίζεται καν ως πολίτης, αλλά χαρακτηρίζεται «αχρείος», δηλ. άχρηστος.

  «Αχρείος» αλλά και ηλίθιος ως «ιδιώτης». Οι σύγχρονες δημοκρατίες δεν έχουν την πηγή τους στην ελληνική αντίληψη –όπως τους αρέσει να βαυκαλίζονται- αλλά στον ορθολογισμό του «Διαφωτισμού», στον ατομικισμό και στο προτεσταντικό αγγλοσαξωνικό πνεύμα. Ο «δικαιωματισμός» - φυσική συνέχεια των «αναπαλλοτρίωτων φυσικών δικαιωμάτων του ατόμου» (αλλά όχι του πολίτη, όπως καταλαβαίνουμε), που βρίσκεται σήμερα στην ημερήσια διάταξη δηλαδή τα δικαιώματα που δεν θεμελιώνονται σε αντίστοιχες υποχρεώσεις (πχ. στην ελληνική δημοκρατία δρων υποκείμενο ήταν ο «πολίτης-οπλίτης», η πολιτική συμμετοχή θεμελιωνόταν  στην αυτονόητη υποχρέωση υπεράσπισης της πόλεως), χαρακτηρίζουν το ανώριμο πολιτικά άτομο του παιδικού εγωισμού, τύπου «θέλω επειδή θέλω» και ο ανώριμος που απλά «θέλει», στηρίζει μια χαρά το καταναλωτικό υπόδειγμα του καπιταλισμού. «Σ’ αυτές τις δημοκρατίες , ο “πολίτης” δεν είναι καθόλου εκείνος που βιώνει, επειδή ανήκει στον λαό, μια ιστορία κι ένα πεπρωμένο, αλλά ένα ον αφηρημένο, διαχρονικό, γενικό, κάτοχος έξω από κάθε ένταξή του, των “δικαιωμάτων του ανθρώπου” που κηρύχθηκαν αναπαλλοτρίωτα. Ο άνθρωπος, οριζόμενος αποκλειστικώς από την ικανότητά του να δοκιμάζει ευχαρίστηση και πόνο, είναι μόνον “αυτό που συνθέτει τον πληθυσμό”, όπως το θέτει ο Πωλ Βεΰν (ο οποίος προσθέτει ψυχρά : “Με την ίδια έννοια που οι στατιστικοί μιλούν για έναν πληθυσμό μικροβίων ή ακόμη και για έναν πληθυσμό δέντρων”). Το πρόσωπο συρρικνώνεται στη ναρκισσιστική υποκειμενικότητα και επάνω στη βάση μιας ισότητας που απορρέει από αρχές. Η έννοια του λαού παραχωρεί τη θέση της στην πιο ρευστή, της “κοινωνίας”. Ένας φιλελεύθερος συγγραφέας σαν τον Τζοβάνι Σαρτόρι μπορεί  τότε να βεβαιώσει ότι η “δημοκρατία είναι για την πολιτική ό,τι το σύστημα της αγοράς για την οικονομία”…» (Αλαίν ντε Μπενουά , «Υπεράσπιση της δημοκρατίας».

   Θεμέλιο της αληθινής δημοκρατίας είναι , το επαναλαμβάνουμε, ο λαός με ταυτοτικά χρακτηριστικά, που κατοικεί στη «γη των πατέρων» (αυτό σημαίνει, άλλωστε, «πατρίδα», αλλιώς μιλάμε για «χώρα»  που εύκολα γίνεται απλά «χώρος», στον οποίο χωράνε πολλοί και διάφοροι) και την υπερασπίζεται, με συνείδηση ιστορικότητας και αίσθηση κοινού πεπρωμένου. Ο πολίτης είναι οργανικά ενταγμένος στον λαό και στην πατρίδα (ως «πολίτης-οπλίτης») και αυτή η ένταξη νοηματοδοτεί τη «συμμετοχή στα κοινά», παρέχει την ιδιότητα του πολίτη και, βεβαίως, εγγυάται την αυτονόητη ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων. Η ένταξη δίνει και το ανάλογο πολιτικό περιεχόμενο στην ελευθερία. Στην ελευθερία ως συμμετοχή, όχι ως απόσχιση, όχι ως ιδιωτεία. Η ελευθερία δεν νομιμοποιεί την «αυτονομία» του δίχως εντάξεις ατόμου, αλλά επικυρώνει τη συμμετοχή του πολίτη σε μια ήδη υπάρχουσα κοινοτική πραγματικότητα, την ικανότητα να συμμετέχει στις συνελεύσεις, να εκλέγει και να εκλέγεται, να συνδιαμορφώνει με τους συμπολίτες του το κοινωνικό γίγνεσθαι. Τα ατομικά δικαιώματα (όχι τα εργαλειοποιημένα από τον «δικαιωματισμό») δεν υποβαθμίζονται, αλλά η ένταξη και η συμμετοχή δεν περιορίζονται στην άσκησή τους, όπως δεν εξαντλούνται και στην ικανοποίηση υπαρκτών ή κατασκευασμένων συμφερόντων, όπως «αυτονόητα» ισχύει σήμερα σε δυτικές και εκδυτικισμένες «δημοκρατίες».  Πρόκειται για την πλήρη ελευθερία, τη μεστή πολιτικού περιεχομένου. «Η ελευθερία δεν νομιμοποιεί την απόσχιση, αλλά δικαιώνει το αντίθετό της : τον δεσμό που συνδέει το άτομο με την πόλη. Δεν πρόκειται για μια ελευθερία - αυτονομία, αλλά για  μια ελευθερία-συμμετοχή. Δεν επεκτείνεται πέρα από την κοινότητα, αλλά ασκείται στο πλαίσιο της πόλεως. Η ελευθερία περνά από την εξάρτηση. Η “ελευθερία” ενός ατόμου χωρίς εξαρτήσεις , ενός ανέντακτου ατόμου, είναι ολοκληρωτικά στερημένη νοήματος» (Αλαίν ντε Μπενουά, « Οι παλαιοί και  οι σύγχρονοι»). Η συνδεδεμένη με τη δημοκρατία ελευθερία είναι πρώτα απ’ όλα η ελευθερία της πόλεως, από την οποία προκύπτει και η ελευθερία των πολιτών. Σύμφωνα με την ελληνική (αριστοτελική) πολιτική θέση ο «άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό, αυτός που ζει μόνος του (το αυτονομημένο χωρίς εξαρτήσεις άτομο) είναι ή θεός ή θηρίο». Οι  πολίτες  είναι ελεύθεροι στον βαθμό που η πόλη τους είναι ελεύθερη. Όπως το πολιτικό προηγείται του οικονομικού και το καθορίζει, έτσι και το συλλογικό προηγείται του ατομικού και το προσδιορίζει.

  Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ευφυΐα για να καταλάβουμε ότι το προτεσταντικό αγγλοσαξωνικό πνεύμα βρίσκεται στον αντίποδα της ελληνικής θεώρησης. Η μακαρίτισσα Μάργκαρετ Θάτσερ (πρότυπο  για πολλούς δικούς μας εθνικοσυντηρητικούς, όπως υπάρχουν οι σοσιαλφιλελεύθεροι, υπάρχουν και οι εθνικοσυντηρητικοί που είναι και εθνικοφιλελεύθεροι) διατύπωσε ως θέση τον σε όλους γνωστό αφορισμό : «Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνον άτομα και οικογένειες». Βέβαια, αν ισχύει αυτό, τότε γιατί στο καλό να πάω να σκοτωθώ για τα… Φώκλαντς που βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου και δεν αφορούν ούτε το άτομο ούτε την οικογένειά μου (άλλο αν επίκειται εισβολή στη Βρετανία, αλλά και πάλι αυτή με αφορά μόνο ως προς την ασφάλεια της οικογένειάς μου); Οι αντιφάσεις του εθνικοσυντηρητισμού, του εθνικοφιλελευθερισμού, όπως θέλετε πείτε τον.

  Θεμέλιο ο λαός, το επαναλαμβάνουμε, αλλά πως μπορούμε να μην αναρωτηθούμε ότι και η ίδια η έννοια του λαού καθίσταται σήμερα προβληματική ; - και «τι σημαίνει “δημοκρατία”- διερωτήθηκε ο αείμνηστος Γκιγιώμ Φάϊγ – όταν η ύπαρξη ενός “λαού” γίνεται προβληματική;»

  Όταν η πατρίδα μετατρέπεται σε χώρο, όταν η οργανική συλλογική κοινότητα διασπάται σε επιμέρους «συλλογικότητες», μεταναστευτικές, φύλου και …πολιτισμικών «φυλών»; «Τι σημαίνει παραχώρηση της εξουσίας στον λαό όταν αυτός δεν είναι πλέον μια οντότητα ικανή να εκφράσει, αφού η έλλειψη της ομοιογένειάς του πολιτιστικής και ιστορικής έχει εκμηδενίσει μια αυθεντική “γενική θέληση”. Οι δυτικές κοινωνίες, αφού κατάντησαν συγκολλήματα καταναλωτών, κοινωνίες πολυφυλετικές όπου η γενική συγκατάθεση δεν είναι πλέον ενεργητική, πνευματική, κοινοτική, αλλά παθητική, μηχανική, γεννημένη από τον εγωισμό του κοινωνικο-οικονομικού συμφέροντος, χάνουν αυτό που αποτελούσε την ουσία ενός λαού… Από τη στιγμή που ο λαός παραμερίζεται, ο πολίτης πέφτει και αυτός στην παγίδα. Το τέλος της ιδιότητας του πολίτη είναι λοιπόν το αποτέλεσμα του τέλους του πολιτικού Κράτους- δηλ “της εξουσίας του λαού ως οργανικού συνόλου πολιτών” - με άλλα λόγια η εξουσία του σώματος των πολιτών συμφώνως προς τη ελληνική παράδοση είναι τελείως αδύνατη  εφ’ όσον η ιδιότητα του πολίτη στη βάση της εντάξεως σε μια κοινότητα έχει εντελώς υποβαθμιστεί και ο homo consumans έχει αντικαταστήσει τον homo politicus».

  Ο μεγάλος Γάλλος διανοούμενος, συγγραφέας πολλών βιβλίων και κειμένων, σημαντικότερο ίσως των οποίων ο «Αρχαιοφουτουρισμός»- ελπίζουμε να εκδοθεί στα ελληνικά- που μας άφησε σχετικά πρόσφατα (Guillaume Faye, 7 Νοεμβρίου 1949- 7 Μαρτίου 2019) στο ίδιο κείμενό του («Μπορεί να είναι κανείς ακόμη δημοκράτης;») δεν παραλείπει να διευκρινίσει ότι «Ασφαλώς αυτός (ο λαός) δεν εξαφανίζεται, παραμένει  πάντοτε κυριολεκτικώς παλινορθώσιμος, όχι όμως μέσα στην παρούσα ιδεολογική και κοινωνική ατμόσφαιρα».

   Στην παρούσα ατμόσφαιρα, «Ο πραγματικός λαός είναι σκοτεινός, σε εξορία. Έχει τα δικά του δίκτυα, τη δική του ζωή…» Αποσύρεται στο παρασκήνιο, δεν περιμένει τίποτα «από τις πολιτικές “ελίτ”, από τις διαφημίσεις τους, από τις υποσχέσεις τους, αλλά μόνο από τον ίδιο, από αυτή τη διαρκή αυτό- αναγέννηση της “κοινότητας» του λαού”…» και είτε απέχει  είτε  ψηφίζει, δεν ασκεί την κυριαρχία του, «παρά μόνον όταν αυτό αξίζει τον κόπο, μόνο όταν η ιστορία συνενώνει και η θύελλα είναι ο αρχηγός…». Ως τέτοια περίπτωση ο Φαϊγ θεωρεί τον Στρατηγό Σαρλ Ντε Γκωλ που ήθελε «να παντρευτεί τη Γαλλία», τον πολιτικό ήρωα για τον  οποίο «ο πραγματικός κυρίαρχος ήταν η Γαλλία, οντότητα ιερή που εξέφραζε τον λαό και ταυτόχρονα του έδινε μεταφυσική διάσταση».

  Ο πραγματικός λαός είναι, λοιπόν, σε εξορία μέχρι να εκφραστεί από ένα πολιτικό σχήμα που βέβαια θα χαρακτηριστεί από τις ποικιλώνυμες ψευδοελίτ, «λαϊκιστικό».

  Ο λαός, αποκομμένος από τις υπάρχουσες «ελίτ», αναζητά μια αληθινή πολιτική ηγεσία αλλά μια αυθεντική πνευματική αριστοκρατία, που να εμπνέει και την πολιτική, μια πνευματική και πολιτική ελίτ άξια του ονόματός της που να δίνει κατευθύνσεις, ν’ ανοίγει δρόμους ,στην οποία ο λαός διαπιστώνει την έκφραση της «γενικής βούλησης» και  βλέπει τον  καλύτερο δυνατό εαυτό του. «Ψευδώς τοποθετημένες αντιμέτωπες, δημοκρατία και αριστοκρατία, αλληλοσυμπληρώνονται και σε ορισμένες περιπτώσεις ταυτίζονται. Η δημοκρατία, με την ευρωπαϊκή της έννοια, προϋποθέτει τις αριστοκρατικές αρετές: θάρρος των αρχόντων που οφείλουν να τολμούν αντιδημοφιλία, ανιδιοτελής πατριωτισμός από την πλευρά των πολιτών οι οποίοι οφείλουν να υποκλίνονται στο συμφέρον της κοινότητας, ν’ αφοσιώνονται στο “δημόσιο  πράγμα” περισσότερο απ’ όσο στα “δικαιώματά” τους, να τοποθετούν τα καθήκοντά τους πριν από την καλοπέρασή τους… Ασφαλώς το πολιτικό κράτος, η αντιπροσωπεύουσα επίλεκτη ομάδα (ελίτ), ο Ηγεμόνας είναι αναγκαίοι σαν ο δεύτερος όρος μιας αλχημικής εξισώσεως ανάμεσα στον  λαό που βασιλεύει και στην αριστοκρατία που κυβερνά. Η τελευταία, αν είναι αυθεντικώς “αριστοκρατική”, θα είναι εξ’ αυτού αυθεντικώς δημοκρατική - αφού ξεπροβάλλει σαν ουσία του λαού… Από τη στιγμή που η ελίτ είναι ενάρετη (διαθέτει την ελληνική αρετή) με άλλους λόγους από τη στιγμή που είναι μια αριστοκρατία η οποία εκδηλώνει ταυτοχρόνως τις καλύτερες ιδιότητες που ενυπάρχουν στον λαό και τη θέληση να εξυπηρετήσει τα ιστορικά συμφέροντά του, η δημοκρατία είναι εξασφαλισμένη» (Γκιγιώμ Φάϊγ, ο.π).  Η αριστοδημοκρατία, ως  αλχημική ένωση  ηγεσίας  και λαού,  παραπέμπει στην απολλώνια- διονυσιακή δυάδα του ελληνικού πολιτισμού.  

  Η δημοκρατία δεν προσδιορίζεται από ποσοτική αντίληψη, από τη «δικτατορία των αριθμών» που χαρακτηρίζει τις φιλελεύθερες δημοκρατίες , νοητές ως «αιρετές πολυαρχίες», ούτε από έναν εξισωτισμό που θεμελιώνεται στις «γενικές αρχές φυσικού δικαίου». Η φιλοσοφία της είναι «ολιστική», ο λαός, επειδή ακριβώς είναι λαός και όχι πληθυσμός, κατέχει πολιτικά προνόμια. Οι πολίτες είναι ίσοι, όχι ως συνέπεια μιας «φυσικής ισότητας», φορείς των «αναπαλλοτρίωτων φυσικών δικαιωμάτων», αλλά ακριβώς επειδή είναι πολίτες, μέλη της ίδιας εθνικής- λαϊκής πολιτικής κοινότητας. « Ο σκοπός της αρχής της πλειοψηφίας δεν είναι να ορίζει την αλήθεια, αλλά είναι απλώς η επιλογή μεταξύ διαφορετικών εναλλακτικών δυνατοτήτων. Η δημοκρατία δεν έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα της ισχυρής εξουσίας, όπως δεν έρχεται σε αντίθεση με τις έννοιες του κύρους, της επιλογής ή της ελίτ» (Αλαίν ντε Μπενουά, «Δέκα θέσεις για τη δημοκρατία», θέση 3). Δεν λειτουργεί διασπαστικά ως προς την οργανική συλλογική πραγματικότητα. Ο θεμιτός πλουραλισμός, συνεπώς και πολυκομματισμός, εδράζεται στο κοινό αξιακό σύστημα που χαρακτηρίζει έναν ζωντανό λαό, στην ίδια την πραγματικότητά του, γι’ αυτό δεν θα κουραστούμε να επαναλαμβάνουμε ότι άλλο λαός[1], που είναι ένα ποιοτικό μέγεθος και άλλο πληθυσμός που είναι καθαρά ποσοτικό μέγεθος, συνεπώς εύκολα διαχειρίσιμο από επαγγελματίες πολιτικούς, «ειδικούς», «διαμορφωτές γνώμης», αλλά και ξένους, εχθρικούς παράγοντες.  Η μετατροπή του λαού σε πληθυσμό που ως τέτοιος στερείται  την απαραίτητη  «γενική βούληση» και της πατρίδας σε «χώρα» κι εν συνεχεία «χώρο», πρέπει να θεωρηθεί ως απειλή για την ίδια τη δημοκρατία. «Δεν πρέπει να συγχέουμε τον πλουραλισμό των απόψεων, ο οποίος είναι θεμιτός, με τον πλουραλισμό των αξιών, ο οποίος αποδεικνύεται ασυμβίβαστος με την ίδια την έννοια του λαού. Ο πλουραλισμός βρίσκει το όριό του στην υποταγή στο κοινό καλό». (Αλαίν ντε Μπενουά, ο.π, θέση 7).

  Η «οργανική δημοκρατία» είναι γνωστή και ως «συμμετοχική δημοκρατία» ή «ενσαρκωμένη δημοκρατία». Η λέξη κλειδί είναι η συμμετοχή. Περιλαμβάνει τόσο άμεσες όσο και έμμεσες μορφές. Δεν είναι οι θεσμοί που φτιάχνουν τη δημοκρατία όσο η συμμετοχή του λαού στους θεσμούς. Προφανώς εμπεριέχει και  την αντιπροσώπευση, αλλά δεν θεωρείται πανάκεια, δεν εξαντλείται σ’ αυτήν. Το δημοψήφισμα με λαϊκή πρωτοβουλία επανέρχεται για όλα τα σημαντικά θέματα που ο λαός πρέπει να αποφασίζει και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας φοβίζει η πιθανότητα ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για αλλότριους σκοπούς. Η λαϊκή πρωτοβουλία για δημοψήφισμα εδράζεται στο θεμέλιο της αδιάσπαστης συλλογικής εθνο-ιστορικής ενότητας και οντότητας που καλείται «λαός»΄ επομένως, δεν μπορεί μέρος… πληθυσμού, που ούτως ή άλλως δεν αναγνωρίζεται ως έννοια, να «έχει πρωτοβουλία» που στρέφεται ενάντια στην μόνη πραγματικότητα στην οποία εδράζεται η δημοκρατία και άνευ της οποίας δεν έχει νόημα. Αποσχιστικά π.χ δημοψηφίσματα όπως έγιναν αλλού, όπου ο πληθυσμός ήταν η μόνη πραγματικότητα, π.χ στην πρώην Γιουγκοσλαυΐα, πολύ απλά, είναι αδιανόητα.

  Ως οργανική δημοκρατία νοείται και  η αναγέννηση της κοινοτικής εμπειρίας του νεοελληνισμού, με την αναζωογόνηση των αστικών κοινοτήτων και εκείνων της υπαίθρου, την ενορία και τη γειτονιά, μιας φιλοσοφίας που οι νεότεροι, επειδή ακριβώς δεν ευτυχήσαμε να έχουμε το εμπειρικό βίωμά της, τη γνωρίσαμε μέσα από το έργο των Κων.  Καραβίδα και Δημ. Τσάκωνα. Ο κοινοτισμός συμβάλλει στην αναγέννηση της οργανικής αλληλεγγύης κόντρα στο ατομισμό και την ιδιωτεία, δηλ στον αλληλεγγυϊσμό στις γειτονιές, στις συνοικίες, στις ενορίες , στους χώρους δουλειάς.

   Όπως επισημαίνει ο Μπενουά («Για τη δημοκρατία των πολιτών»), από το τρίπτυχο της γαλλικής επανάστασης «ελευθερία,  ισότητα, αδελφότητα», αν οι φιλελεύθεροι έχουν εκμεταλλευτεί την «ελευθερία» και οι πρώην «λαϊκές δημοκρατίες» την «ισότητα», η οργανική δημοκρατία βασίζεται στο πρόταγμα της χωρίς εισαγωγικά αδελφότητας. Η αδελφότητα είναι το ζητούμενο, περιέχουσα τόσο την ιεραρχία όσο και την αλληλεγγύη και προϋποθέτει όχι μόνο την κοινή ιστορική αναφορά αλλά - και κυρίως-  την αίσθηση του κοινού συλλογικού πεπρωμένου.

 

Βιβλιογραφία:

«Δημοκρατία: τρόπος χρήσεως», περιλαμβάνονται κείμενα των: Ρόμπερτ ντε Χέρντ, Αλαίν ντε Μπενουά, Πιέρ Βιάλ, Αλ. Ντε Τοκεβίλ, Γιγιώμ Φάιγ, Φρεντερίκ Ωμάζ. Εκδόσεις «ελεύθερη σκέψις», σειρά «Φάκελλοι,  αρ.6», Αθήνα, Οκτώβριος 1987.

Αλαίν ντε Μπενουά, «Για τη δημοκρατία των πολιτών!», εκδόσεις «Έξοδος», Αθήνα 2024.

 

[1] Στην αλήθεια του λαού ως εθνο-ιστορική ενότητα συμπεριλαμβάνονται, ως οργανικό τμήμα του, οι κοινότητες των συμπολιτών μας που αποτελούν, με όλες τις ιδιαίτερες αναφορές τους, μέρος αυτής της ιστορικής ενότητας. Που ζυμώθηκαν μαζί μας στις ίδιες ιστορικές δοκιμασίες και μοιράζονται το ίδιο πεπρωμένο τόσο απέναντι στους τρίτους όσο και στην αιωνιότητα. Οι Έλληνες  μουσουλμάνοι της Θράκης- που είναι και η μοναδική μειονότητα- που αντιστέκονται στην αφομοιωτική προπαγάνδα και τρομοκρατία του γνωστού Προξενείου (παράδειγμα ο αείμνηστος Σεμπαεδήν Καραχότζα, υπόδειγμα περήφανου Έλληνα μουσουλμάνου), οι ρωμαιοκαθολικοί, οι αρμενικής καταγωγής συμπολίτες μας, οι ισραηλίτες. Προφανώς και είναι τελείως διαφορετική περίπτωση από τις νέου τύπου «κοινότητες» ( «μεταναστευτικές», «φύλου» κλπ) που λειτουργούν ως εργαλείο διάλυσης και μετατροπής του λαού μας σε «πληθυσμό».

 

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

Πολιτική ορθότητα και … παραγγελία φαγητού!

Πολιτική ορθότητα και … παραγγελία φαγητού!

 

του Χρήστου Μπίσδα

27-8-2025

 

Πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «Tik Τok» ένα video που προκάλεσε σειρά από άρθρα σε καθεστωτικές ιστοσελίδες με τίτλους όπως: «Γυναίκα αρνήθηκε να παραλάβει παραγγελία της γιατί ο διανομέας δεν ήταν Έλληνας»[1]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μία Ελληνίδα φέρεται ότι παρήγγειλε φαγητό αλλά αρνήθηκε να παραλάβει την παραγγελία της διότι ο διανομέας δεν ήταν Έλληνας. Στα ψιλά γράμματα των σχετικών άρθρων διαβάζουμε ότι η Ελληνίδα είχε ζητήσει Έλληνα διανομέα στα σχόλια της παραγγελίας της. Αυτό δεν ελήφθη υπ’ όψιν από την πλειονότητα των σχολιαστών του περιστατικού με αποτέλεσμα να υπάρξει κατακραυγή κατά της γυναίκας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Πριν σχολιάσουμε το περιστατικό αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το video και όλη η υπόθεση να είναι σκηνοθετημένη. Εκτός αν δεχθούμε ότι ο μέσος άνθρωπος συνηθίζει να τραβάει video κάθε φορά που παραλαμβάνει την παραγγελία του από κάποιον διανομέα. Αυτή η παράμετρος βέβαια είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή από τον μέσο χρήστη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που σχολιάζει πριν σκεφτεί.

Ισχυρίζομαι ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να βρισκόμαστε ενώπιον μίας προσχεδιασμένης προσπάθειας διαμόρφωσης της κοινής γνώμης (άλλως «επιχείρηση επιρροής») μέσω ενός στημένου video, διότι το μήνυμα που περνάει είναι σύμφωνο με τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, που καταδικάζει οποιαδήποτε επιλογή με κριτήριο την εθνικότητα, ακόμα και την επιλογή του διανομέα που θα μας παραδώσει μία παραγγελία.

Πρόκειται δηλαδή για νέο επεισόδιο των επιχειρήσεων επιρροής που διεξάγονται εδώ και χρόνια από διεθνιστές και ως σκοπό έχουν την καταπολέμηση του φυλετικού ενστίκτου των Ελλήνων και των υπολοίπων λευκών εθνών. Η γραμμή αυτή προκύπτει και από τα πολιτικά και νομικά κείμενα της Ε.Ε., που τα τελευταία χρόνια έχουν ως μόνιμη επωδό την απαγόρευση διακρίσεων λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας, φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.ο.κ.. Είναι βεβαίως εμφανές ότι στο εν λόγω video ως Έλληνας νοείται ο Έλληνας στην καταγωγή και όχι όποιος αλλοδαπός έχει καταφέρει να πάρει ελληνική ιθαγένεια.

Το ερώτημα που γεννάται είναι αν ο καθένας έχει δικαίωμα να επιλέξει την επιχείρηση με την οποία θα συναλλαχθεί βάσει της εθνικότητας ή και άλλων κριτηρίων (π.χ. θρησκεία, γλώσσα, εξωτερική εμφάνιση, συμπεριφορά, τήρηση κανόνων υγιεινής) των ιδιοκτητών και των εργαζομένων, αν έχει δικαίωμα να επιλέξει με κριτήριο την εθνικότητα ή οποιοδήποτε άλλο κριτήριο τους υπαλλήλους που θα προσλάβει στην επιχείρησή του κ.ο.κ.. Στο αστικό δίκαιο υπάρχει ως γενική αρχή η ελευθερία των συμβάσεων. Αυτό σημαίνει ότι καθένας είναι ελεύθερος να επιλέξει με ποιόν θα συνάψει μία σύμβαση (π.χ. εργασίας, μίσθωσης, πώλησης). Την αρχή αυτή του δικαίου προσπαθεί να κάμψουν διάφοροι υπερεθνικοί οργανισμοί, όπως είναι η Ε.Ε., που υποχρεώνει τα κράτη μέλη της να νομοθετούν περιορισμούς της.

Με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η επιχείρηση που έλαβε την παραγγελία με σχόλιο «ο διανομέας να είναι Έλληνας», εφόσον δεν απασχολεί Έλληνες διανομείς είχε το δικαίωμα να απαντήσει στην Ελληνίδα ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημά της και να αρνηθεί να εκτελέσει την παραγγελία. Αντ’ αυτού έστειλε την παραγγελία αγνοώντας την επιθυμία του πελάτη. Και βέβαια για τον μέσο χρήστη του διαδικτύου φταίει ο πελάτης και όχι το κατάστημα. Με τη λογική αυτή η επιχείρηση έχει δικαίωμα να αποφασίσει τί φαγητό θα στείλει αγνοώντας την επιθυμία του πελάτη. Κι ενώ ο πελάτης παρήγγειλε σουβλάκια τελικά θα παραλάβει πατσά γιατί έτσι θέλει η επιχείρηση.

Στο σημείο αυτό θα σπεύσουν οι αντιρατσιστές να κατηγορήσουν την Ελληνίδα ως ρατσίστρια. Εφόσον, όμως, ισχύει η γενική αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, γιατί δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα της Ελληνίδας να επιλέξει από ποιόν θα παραγγείλει το φαγητό της με κριτήριο την εθνικότητα του διανομέα; Γιατί είναι κατακριτέα η επιλογή της να μην επιθυμεί να εξυπηρετηθεί από διανομείς που δεν είναι Έλληνες; Αντιστρέφοντας το ερώτημα: αν εξέφραζε την επιθυμία ο διανομέας να μην είναι Έλληνας τότε θα ήταν πολιτικά ορθή η παραγγελία;

Ας βγούμε από τον ψηφιακό κόσμο του διαδικτύου και ας επανέλθουμε στην πραγματικότητα. Καθημερινά στη ζωή μας κάνουμε επιλογές είτε ενστικτωδώς είτε κατόπιν σκέψεως χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να τις αιτιολογήσουμε. Για παράδειγμα, αν αποφασίσουμε να δειπνήσουμε σε ένα εστιατόριο δεν είμαστε υποχρεωμένοι να αιτιολογήσουμε γιατί επιλέξαμε ή απορρίψαμε μία ταβέρνα ή μία πιτσαρία ή ένα κινέζικο εστιατόριο. Ομοίως, αν θέλουμε να νοικιάσουμε μία κατοικία στην Αττική και έχουμε οικονομική άνεση μπορούμε να επιλέξουμε να βρίσκεται δίπλα από έναν καταυλισμό αθιγγάνων, μέσα σε ένα γκέτο Αφρικανών ή στην Εκάλη. Η επιλογή μας εξαρτάται από τις επιθυμίες μας και τα ένστικτά μας (ένστικτο επιβίωσης, φυλετικό ένστικτο κλπ). Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να αιτιολογήσουμε την επιλογή μας και κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα πει ότι ένας Έλληνας είναι ρατσιστής αν επιλέξει την Εκάλη. Με την ίδια λογική δεν είναι ρατσιστής ο αθίγγανος που θα επιλέξει κατοικία σε έναν καταυλισμό αθιγγάνων ή ο Αφρικανός που θα επιλέξει ένα διαμέρισμα σε μία πολυκατοικία όπου διαμένουν Αφρικανοί. Η λογική όμως έχει τσακωθεί με την πολιτική ορθότητα και ο μέσος Έλληνας του σήμερα έχει τσακωθεί με τη λογική!  

Αν υιοθετήσουμε τα προστάγματα της πολιτικής ορθότητας και οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι απαγορεύεται στον πελάτη η επιλογή με δικά του κριτήρια των επιχειρήσεων με τις οποίες θα συνάψει συμβάσεις (π.χ. αγοράς αγαθών και υπηρεσιών), τότε θα καταλήξουμε από την ελευθερία των συμβάσεων στην απόλυτη τυραννία. Επόμενο στάδιο είναι η υποδούλωσή μας στα προστάγματα της πολιτικής ορθότητας. Βάσει αυτών, δεν θα επιλέγουμε το φαγητό που θα παραγγείλουμε. Αντιθέτως, θα είμαστε αναγκασμένοι να παραγγέλλουμε φαγητό τυχαία από κάποια επιχείρηση και μάλιστα όχι συχνά από την ίδια για να μην κατηγορηθούμε ότι κάνουμε διάκριση σε βάρος ων υπολοίπων ομοειδών επιχειρήσεων. Τι σημασία θα έχει αν θέλεις να φας πίτσα; Έφαγες και πριν τρεις ημέρες, οπότε σειρά έχει να παραγγείλεις κινέζικο φαγητό, μετά ινδικό, μετά λιβανέζικο και όταν τελειώσουν όλες οι κουζίνες του κόσμου τότε θα επιτρέπεται να παραγγείλεις πάλι πίτσα… Επίσης, το αν ο σερβιτόρος θα σερβίρει τη σούπα βάζοντας το δάχτυλο μέσα στο πιάτο ή αν ο συνήθως αλλοδαπός λαντζιέρης θα πλένει τα πιάτα τόσο καλά όσο στη χώρα του δεν θα επιτρέπεται να αποτελεί κριτήριο για την επιλογή του εστιατορίου στο οποίο θα δειπνήσουμε. Και όλα αυτά για να μην μας πουν ρατσιστές…

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούν προσπάθειες που γίνονται, με πολιτικά και νομικά μέσα, ώστε να περιοριστεί το δικαίωμα των εργοδοτών να προσλαμβάνουν υπαλλήλους με βάση δικά τους κριτήρια, πρακτική που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων. Είναι σύνηθες διεθνείς οργανισμοί, Μ.Κ.Ο. και πολυεθνικές εταιρείες στις αγγελίες για πρόσληψη προσωπικού να αναγράφουν ότι είναι εργοδότες ίσων ευκαιριών, ότι δεν κάνουν διακρίσεις βάσει εθνικότητας, χρώματος κλπ, ότι παροτρύνουν συγκεκριμένες ευπαθείς ομάδες να υποβάλουν αίτηση πρόσληψης και παρόμοιες γλυκανάλατες ορθοπολιτικές φράσεις. Βέβαια, δεν έχουν πέσει στην αντίληψή μου πολλοί διεθνείς οργανισμοί, Μ.Κ.Ο. και πολυεθνικές εταιρείες να διοικούνται από άτομα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, αλλά αυτό μάλλον είναι τυχαίο αφού όλοι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες ανέλιξης…  

Υπό αυτές τις συνθήκες, αν ένας τουρίστας θελήσει να επισκεφτεί την Ακρόπολη συνοδεία ξεναγού, το ταξιδιωτικό πρακτορείο θα πρέπει να επιλέξει τυχαία μεταξύ διαφόρων ξεναγών χωρίς κάποιο κριτήριο (π.χ. γνώση της ελληνικής ιστορίας) για να μην θεωρηθεί ότι κάνει διακρίσεις. Ο ξεναγός που θα επιλεγεί μπορεί να μην γνωρίζει την ελληνική ιστορία αλλά να γνωρίζει την αιγυπτιακή ή την κινεζική ή την βραζιλιάνικη ιστορία. Το ταξιδιωτικό πρακτορείο, όμως, θα έχει εξασφαλίσει ξεναγό στον πελάτη του. Τι σημασία θα έχει άλλωστε ότι ο τουρίστας θα ξεναγηθεί στην Ακρόπολη ακούγοντας από τον ξεναγό την ιστορία των Μάο-Μάο; Σημασία έχει ότι στην κοινωνία μας δεν γίνονται διακρίσεις…

            Εν κατακλείδι, από την ανάλυση του ανωτέρω αληθινού ή σκηνοθετημένου περιστατικού προκύπτει πως ο ελληνικός λαός και γενικότερα ο λευκός άνθρωπος είναι αντικείμενο επιχειρήσεων επιρροής με σκοπό την εξαφάνιση του φυλετικού ενστίκτου του. Οι νόμοι που θεσπίζονται και οι κανόνες συμπεριφοράς που καλλιεργούνται από τα καθεστώτα των περισσοτέρων κρατών στο πλαίσιο της πολιτικής ορθότητας οδηγούν στον περιορισμό της ελευθερίας του ανθρώπου και στη δημιουργία του μαζανθρώπου χωρίς εθνική και φυλετική συνείδηση, όπως αναλυτικά περιγράφεται στη Διακήρυξη του «Κέντρου Φ»[2]

  

[1] https://tinyurl.com/2h584kvj

[2]https://kentrofi.gr/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%81%CF%85%CE%BE%CE%B7

 

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

 

Τουρισμός και φτώχεια στην Ελλάδα του 2025

Τουρισμός και φτώχεια στην Ελλάδα του 2025.

 

Του Άρη Πετράκη

23-6-2025

 

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος από τις αρχές της τουριστικής περιόδου οι επαγγελματίες του τουρισμού διαμαρτύρονται ότι η τουριστική κίνηση είναι μειωμένη, οι κρατήσεις είναι σε χαμηλό επίπεδο, με λίγα λόγια κάθε πέρυσι και καλύτερα. Αν και ενίοτε τα γεγονότα τελικά διαψεύδουν τις δυσοίωνες προβλέψεις, φέτος το πιθανότερο είναι ότι αυτές θα επαληθευτούν. Σε αυτό θα συντελέσουν διάφοροι εξωγενείς παράγοντες, όπως είναι ένοπλες συρράξεις (π.χ. Ρωσία-Ουκρανία, Ισραήλ-Ιράν) και άλλα γεγονότα παγκόσμιας ή περιφερειακής εμβέλειας, που αποδεικνύουν ότι η ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή ο τουρισμός, μπορεί να σταματήσει να κινείται ανά πάσα στιγμή με καταστροφικά αποτελέσματα. Οι ένοπλες συρράξεις είναι ένας μόνο από τους παράγοντες που επηρεάζουν τα κράτη, τα οποία στηρίζουν την επιβίωσή τους στον τουρισμό. Τα κράτη αυτά - μεταξύ των οποίων είναι και η Ελλάδα - υφίστανται τις δυσμενείς επιπτώσεις των πολέμων και κρίσεων χωρίς να έχουν την δυνατότητα να αντιδράσουν.

Υπάρχουν όμως και παράγοντες που συντελούν στη μείωση της τουριστικής κίνησης, για τους οποίους ευθύνονται τα ίδια τα κράτη υποδοχείς τουριστών. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, τα οποία στηρίζονται σε στατιστικά της Eurostat για το έτος 2024, η Ελλάδα φιγουράρει στην προτελευταία θέση της Ευρώπης, δηλαδή σχεδόν στο χαμηλότερο επίπεδο του κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. βάσει αγοραστικής δύναμης, με 30% κάτω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Στην τελευταία θέση είναι η Βουλγαρία με 34% χαμηλότερο Α.Ε.Π. από το μέσο ευρωπαϊκό όρο[1]. Επομένως, οι περισσότεροι Έλληνες δεν έχουν την αγοραστική δύναμη που θα τους επιτρέψει να κάνουν διακοπές. Αυτό προκύπτει και από πρόσφατη έρευνα καταναλωτών, που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (Ι.Ε.Λ.Κ.Α.) τον Ιούνιο του 2025. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του Ι.Ε.Λ.Κ.Α. [2], φέτος μόνο ένας στους δύο Έλληνες σχεδιάζουν να κάνουν διακοπές, οι Έλληνες στρέφονται προς οικονομικές μορφές διακοπών (εξοχικά, ενοικιαζόμενα δωμάτια), ο μέσος χρόνος των διακοπών των Ελλήνων είναι 11,3 ημέρες και ένας στους δύο Έλληνες μαγειρεύουν συστηματικά στις διακοπές τους. Από τα παραπάνω στοιχεία είναι φανερό ότι φέτος μόνο οι μισοί Έλληνες θα κάνουν σύντομης διάρκειας διακοπές και όσο το δυνατόν οικονομικότερες. Με απλά λόγια, οι Έλληνες έχουν γίνει «τα γκαρσόνια της Ευρώπης» και δεν έχουν την δυνατότητα να κάνουν διακοπές στην πατρίδα τους. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ότι οι επιχειρηματίες του τουρισμού - και κατ’ επέκταση το κράτος - δεν θα έχουν σημαντικά κέρδη από τον εγχώριο τουρισμό και θα επιδιώξουν την προσέλκυση ξένων τουριστών, αν αυτοί προτιμήσουν την Ελλάδα για τις διακοπές τους.

Το αν τελικά θα έρθουν ξένοι τουρίστες στην Ελλάδα και αν τα χρήματα που θα δαπανήσουν θα μπορέσουν να στηρίξουν την ελληνική οικονομία εξαρτάται από παράγοντες πέραν του ελληνικού κράτους και των Ελλήνων επιχειρηματιών του τουρισμού. Οι μεγάλοι tour operators έχουν την δυνατότητα να κατευθύνουν τους τουρίστες σε συγκεκριμένους προορισμούς, ανάλογα με το τις συμφωνίες που κάνουν, δηλαδή ανάλογα με το κέρδος που θα έχουν. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα, ως κράτος υποδοχής ξένων τουριστών εξαρτάται για την έλευση ξένων τουριστών από τους μεγάλους tour operators, τις ξένες αεροπορικές εταιρείες, τον διεθνή ανταγωνισμό από άλλα κράτη υποδοχείς τουριστών κ.ο.κ. Αν οι παραπάνω αποφασίσουν να στρέψουν τον τουρισμό σε άλλους προορισμούς τότε η οικονομία της Ελλάδας θα υποστεί μεγάλο πλήγμα. Ακόμα όμως κι αν η Ελλάδα κατορθώσει να προσελκύσει ξένους τουρίστες, το αν θα έχει οικονομικό όφελος εξαρτάται από την αγοραστική δύναμη αυτών των τουριστών, από το αν θα αγοράσουν εγχώρια προϊόντα, από το αν το κράτος θα καταφέρει να εισπράξει τους φόρους που αναλογούν, από το πόσα κέρδη θα μεταφερθούν στο εξωτερικό και άλλους παράγοντες.

Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι να αναλύσει λεπτομερώς την τουριστική βιομηχανία αλλά να καταδείξει ότι πλέον ο Έλληνας είναι παρίας της Ευρώπης, δεν διαθέτει επαρκείς πόρους ούτε για να κάνει διακοπές στην πατρίδα του και το πολιτικό σύστημα τον εμπαίζει. Επανερχόμενοι στην έρευνα του Ι.Ε.Λ.Κ.Α., σύμφωνα με την οποία ένας στους δύο Έλληνες δεν θα κάνει διακοπές φέτος, θα πρέπει να αναλογιστούμε μήπως το ποσοστό αυτών που θα κάνουν διακοπές είναι πολύ μικρότερο του 50%. Αν αφαιρέσουμε από το ποσοστό που δήλωσε ότι θα κάνει διακοπές όσους θα πάνε στα χωριά τους, όσους θα κάνουν διακοπές ως φιλοξενούμενοι συγγενών και φίλων, όσους ούτως ή άλλως κατοικούν σε τουριστικές περιοχές ή μετακινούνται για εργασία σε τουριστικές περιοχές και θεωρούν ότι κάνουν διακοπές καθώς και όσους πιθανώς δήλωσαν στη δημοσκόπηση ότι θα κάνουν διακοπές παρότι δεν θα κάνουν, τότε το ποσοστό των Ελλήνων που θα κάνουν διακοπές είναι πολύ μικρότερο του 50%.

Αν κάποιος υπολογίσει τις τιμές των τουριστικών καταλυμάτων, των αεροπορικών και ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, των καυσίμων, των εστιατορίων κλπ και τις συγκρίνει με τον κατώτατο ή μέσο μισθό στην Ελλάδα, θα καταλάβει ότι δεν υπάρχει περίπτωση η μέση ελληνική οικογένεια να κάνει διακοπές. Είναι πολύ πιθανό ένας νέος, εργαζόμενος ή μη, να κάνει διακοπές με την οικονομική συνεισφορά των γονέων του και οι γονείς του να μην κάνουν διακοπές. Ένα ζευγάρι με μέσο εισόδημα είναι πιθανότερο να κάνει ολιγοήμερες οικονομικές διακοπές (π.χ. σε camping) παρά να κάνει διακοπές σε ξενοδοχείο σε κάποιο νησί. Οι εποχές που ο Έλληνας πήγαινε διακοπές και χαιρόταν τον ήλιο, τη θάλασσα και τα βουνά της πατρίδας του έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, τουλάχιστον για το εγγύς μέλλον. Επίσης, η μετάβαση του μέσου Έλληνα για διακοπές στο εξωτερικό είναι σχεδόν απαγορευτική οικονομικά, εκτός αν πρόκειται για διακοπές σε υπανάπτυκτες χώρες ή για ολιγοήμερα ταξίδια σε κοντινές χώρες.

Το πολιτικό σύστημα όμως για κάποιες δεκαετίες υποσχόταν άλλα στους Έλληνες. Η ένταξη στην Ε.Ε., στην Ο.Ν.Ε. κλπ υποτίθεται ότι θα ωφελούσε τους Έλληνες και θα τους έφερνε στο επίπεδο των υπολοίπων Ευρωπαίων. Θεωρητικά, οι Έλληνες ως Ευρωπαίοι πολίτες απολαμβάνουν τις δυνατότητες που προσφέρει η Ε.Ε. για ελεύθερη μετακίνηση προσώπων, εμπορευμάτων και κεφαλαίων. Πρακτικά, όπως περιγράφηκε παραπάνω, οι ελευθερίες αυτές ισχύουν μόνο για τους εύπορους Ευρωπαίους πολίτες και όχι για τον μέσο Έλληνα. Ο μέσος Έλληνας, λόγω της οικονομικής του ανέχειας, αδυνατεί να κάνει διακοπές στην πατρίδα του πολλώ δε μάλλον στο εξωτερικό. Αντίθετα, το καλοκαίρι η ελληνική νεολαία αλλά και οι μεγαλύτεροι μετατρέπονται σε υπηρέτες ευπόρων τουριστών στους γνωστούς τουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας. Όπως είναι φυσικό σε κράτη που δεν ελέγχουν την οικονομία τους, στην Ελλάδα τα έσοδα του τουρισμού διανέμονται μεταξύ συγκεκριμένων μαφιών που λυμαίνονται άβατους για το κράτος τουριστικούς προορισμούς. Το μαύρο χρήμα και το χρήμα που φεύγει στο εξωτερικό είναι ανεξέλεγκτο. Την κατάσταση αυτή μπορεί να διαπιστώσει εύκολα όποιος επισκεφθεί γνωστούς τουριστικούς προορισμούς, όπου οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του κράτους λάμπουν διά της απουσίας τους.

Το χειρότερο όλων είναι ότι ο ελληνικός λαός δεν αντιδρά στην κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Αγωνίζεται για τα προς το ζην σε ένα δυσμενές οικονομικό περιβάλλον και άλλοι λυμαίνονται τον πλούτο της πατρίδας του. Την ίδια ώρα τα Μ.Μ.Ε. και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν μία ψευδαίσθηση ευημερίας στον μέσο Έλληνα, που ενώ δεν μπορεί να κάνει διακοπές στην πατρίδα του, παρακολουθεί με ευχαρίστηση τους λίγους πλουσίους Έλληνες και τις πολλές εκπορνευόμενες influencers, να συνδυάζουν διακοπές και εργασία στην Ελλάδα και το εξωτερικό.    

 

[1]https://www.financialreport.gr/sti-defteri-cheiroteri-thesi-i-ellada-stin-ee-vasei-agorastikis-dynamis-tou-kata-kefalin-aep/

[2] https://ielka.gr/anakoinosi-18-6-2025/

 

Σημείωση "φ": Υπεύθυνος για το άρθρο είναι αποκλειστικά ο αρθρογράφος. Οι θέσεις του είναι προσωπικές και τίθενται σε δημόσιο διάλογο σε πνεύμα ελευθερίας.

 

Ο ιστοχώρος μας χρησιμοποιεί Cookies για την εύρυθμη λειτουργία του και για την καλύτερη πλοήγησή σας.

Διαβάστε περισσότερα

Συμφωνώ